13/5/18

Η Μεγάλη Ιδέα και η Καταστροφή του ’22: Μια δοκιμή επαναξιολόγησης

Τέλη Αυγούστου του 1922 μπήκαν στη Σμύρνη οι πρώτες κεμαλικές δυνάμεις
Του Χρήστου Αλεξάνδρου

1. Ένα σχόλιο για τη Μεγάλη Ιδέα

Το φοβερό ’22, η μικρασιατική καταστροφή, η μεγαλύτερη μάλλον στην ιστορία του Ελληνισμού, θα αποτελεί πάντα χρονολογία σταθμό  που τέμνει την νεότερη ιστορία του. Μια  καταστροφή, η οποία, εκτός από το τέλος της μακραίωνης ελληνικής παρουσίας στην Ανατολή,  σηματοδότησε και το τέλος της Μεγάλης Ιδέας. Του οράματος δηλαδή  εκείνου βάση του οποίου όλοι οι Έλληνες στις ιστορικές τους πατρίδες, «λυτρωμένοι», θα εντάσσονταν σε ένα  ενιαίο ισχυρό ελληνικό κράτος. 
Από την αρχή της ίδρυσης του κράτους ήταν  λίγο –πολύ  κοινή η συνείδηση ότι τα περιορισμένα πρώτα του σύνορα  θα έπρεπε να διευρυνθούν και να περιλάβουν και άλλους Έλληνες. Πριν από την υπογραφή της ιδρυτικού πρωτοκόλλου το 1830 ο Ιωάννης Καποδίστριας προτύπωνε τη Μεγάλη Ιδέα αναφέροντας μεταξύ άλλων στους ξένους ότι τα όρια της Ελλάδας έφταναν μέχρι εκεί που χύθηκαν ποταμοί αίματος κατά τις μεγάλες σφαγές του 1821, σημειώνοντας και ονομαστικά,  τη Χίο,  την Κύπρο, και τις Κυδωνίες.  Ενώ στη Διάσκεψη του Πόρου απεσταλμένοι των Κυπρίων συζητούσαν με το Καποδίστρια τη δυνατότητα να περιληφθεί και το νησί εντός των συνόρων του υπό σύσταση κράτους.

Η εξάρτηση όμως του νεοσύστατου κράτους από τις «προστάτιδες δυνάμεις», οι αδυναμίες και οι παθογένειες του, oι οποίες αύξαναν την εξάρτηση, δεν επέτρεψαν την εθνική ολοκλήρωση. Το κράτος δεν κατάφερε να ισχυροποιηθεί τόσο προκειμένου να διεκδικήσει τους μείζονες στόχους του. Στην προσπάθεια επίτευξης τους,  τραγικές αποτυχίες οδήγησαν μεγάλα τμήματα του έθνους στη  καταστροφή. Ασφαλώς συνυπολογίζονται και αντικειμενικοί παράγοντες: κράτος περιορισμένο γεωγραφικά και πληθυσμιακά, βιομηχανικά υπανάπτυκτο, χωρίς πλουτοπαραγωγικές πηγές,  δύσκολη γεωγραφία.

Σε καμία στιγμή του πρώτου  αιώνα της ύπαρξης του, όπως ούτε και αργότερα, δεν  χαράχθηκε μια εθνική στρατηγική για υλοποίηση του οράματος της Μεγάλης Ιδέας. Μια στρατηγική η οποία θα είχε ως πρώτο και κύριο χαρακτηριστικό την προετοιμασία, δια της αυξήσεως της ισχύος του ελληνικού κράτους, προκειμένου όταν προσφέρονταν οι κατάλληλες ευκαιρίες να αξιοποιηθούν δεόντως. Έτσι η  εθνική ολοκλήρωση αναπόφευκτα έμενε στον αυτόματο πιλότο. Θα υλοποιείτο αν και  όταν  το επέτρεπαν  οι διεθνείς και περιφερειακές συγκυρίες,  χωρίς κατά ανάγκη τη μείζονα συμβολή του ελεύθερου κράτους.  Αυτό περίπου συνέβηκε με την προσάρτηση των νήσων του Ιονίου και της Θεσσαλίας. Η αδυναμία του κράτους, δηλαδή να δράσει αυτόνομα και αποτελεσματικά, φάνηκε στο κριμαϊκό πόλεμο, αλλά κυρίως στο ρωσσοτουρκικό του 1877, ενώ όταν η Ελλάδα το 1897 επεχείρησε  να δράσει ανεξάρτητα υπέστη συντριπτική ήττα. Ταυτόχρονα με την ήττα αυτή καταδείχθηκε και η τραγική  έκταση της εξάρτησης της χώρας.

Οι  εδαφικές της  διεκδικήσεις  ήταν  επομένως  από την αρχή μεμονωμένες και δειλά προβαλλόμενες. Αφορούσαν πρώτα τα γειτνιάζοντα με τα σύνορα του κρατιδίου εδάφη: Θεσσαλία,  Επτάνησα,  Κρήτη, Ήπειρος. Αργότερα θα ερχόταν  – αν ερχόταν –  η σειρά  της Θράκης, της Κύπρου, της Ιωνίας, των Δωδεκανήσων – όταν θα το επέτρεπαν οι εξελίξεις.

Από την δυναμική εμφάνιση του νοτιο-σλαβικού εθνικισμού, κυρίως της βουλγαρικής συνιστώσας του, ιδιαιτέρως από τον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1877 με την προσωρινή δημιουργία της Μεγάλης Βουλγαρίας, η ελληνική εθνική ιδέα είχε να αντιμετωπίσει ακόμα ένα αντίπαλο. Το γεγονός αυτό «δίχασε» τις ελιτ ως προς το ποιός ήταν ο πιο σημαντικός, όσο  και επείγον ως προς την αντιμετώπιση του κίνδυνος. Πάρα πολλοί διέκρινα την ανάγκη να υπάρξει φιλία και συμμαχία με την Οθωμανική Τουρκία προκειμένου να αντιμετωπιστεί η βουλγαρική ορμή, ακόμα και από κοινού με την Πύλη.

Εξαίρεση κατά κάποιον τρόπο στην διαρκή  ελληνική αδυναμία αποτέλεσαν οι βαλκανικοί πόλεμοι. Το  πολιτικό σύστημα «αναγκάστηκε» από «νέες δυνάμεις» να κάνει ένα βήμα μπροστά, να «ξεπεράσει» τον εαυτό του, και να  πετύχει τον διπλασιασμό της Ελλάδας. Σε αυτό ως γνωστό συνέτρεξαν τόσο η ευνοϊκή περιφερειακή  συγκυρία όσο και η διορατικότητα και η  πολιτική του Ελευθέριου Βενιζέλου, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Το έθνος είχε αποδείξει ότι μπορούσε.

2. Ένα σχόλιο για τον εθνικό διχασμό

Τους θριάμβους του 1912-13 διαδέχθηκε ως γνωστό η δίνη του εθνικού διχασμού, ο οποίος έφερε στην επιφάνεια με τρόπο τραυματικό τα μεγάλα διλλήματα που είχε μπροστά της η Ελλάδα, αλλά και ευρύτερες εσωτερικές  διχοστασίες. Ο διχασμός δεν εξέφραζε απλώς και μόνο μια αντιπαράθεση ανάμεσα σε δύο επιλογές. Από την μια αυτή του Ελευθέριου Βενιζέλου ως προς την ανάγκη να συμμετέχει η Ελλάδα στον Μεγάλο Πόλεμο, προκειμένου να υλοποιήσει μεταπολεμικά εθνικές διεκδικήσεις, και από την άλλη αυτή των «βασιλικών» που επέμεναν στην ασφάλεια της ουδετερότητας.

Έφερνε στην επιφάνεια και άλλα βαθύτερα στοιχεία. Από την μια την τάση εκείνη που πίστευε στην εξωστρέφεια, πίστευε στις δυνάμεις τους έθνους, και ήταν έτοιμη να αναλάβει το ρίσκο προκειμένου η Ελλάδα να μεγαλώσει. Από την άλλη εξέφραζε την τάση της «μικρής και εντίμου» Ελλάδος, εκ των πραγμάτων «παλαιοελλαδίτικης», που έκρινε ότι ήταν καλύτερα να μην ρισκάρει εμπλεκόμενη  στα παιχνίδια των ισχυρών. Στην στάση αυτή ενυπήρχε και η θέση ότι πάνω απ’ όλα είναι το «ελληνικό βασίλειο» και οι έξω Έλληνες έρχονται πάντα δεύτεροι. Την πρώτη προσέγγιση ενστερνίζονταν κυρίως οι μόλις απελευθερωθέντες Έλληνες των Νέων Χωρών, των νήσων του Ανατολικού Αιγαίου και φυσικά ο αλύτρωτος Ελληνισμός.

Η σύγκρουση όπως είναι γνωστό υπήρξε σφοδρή, για να κερδηθεί τελικά από τη βενιζελική παράταξη και ο  Βενιζέλος, μετά το «κράτος της Θεσσαλονίκης»  να επιστρέψει τον Ιούνιο του 1917 στην Αθήνα βγάζοντας αμέσως όλη την χώρα στο πόλεμο στο πλευρό των Συμμάχων. Μετά την επιστροφή του όμως επέδειξε ένα σκληρό ρεβανσισμό απέναντι στους αντιπάλους του, πρωτοφανή για τη μέχρι τότε πολιτική ιστορία του τόπου. Πρόκειται για ένα γεγονός που αναμφίβολα  συνέβαλε αργότερα στην ήττα του, στις διαβόητες εκείνες εκλογές του Νοεμβρίου του 1920.

Εκλογές οι οποίες διεξήχθησαν με τον διχασμό επανακάμψαντα, τόσο εξαιτίας της οξείας προεκλογικής διαμάχης, όσο και εξαιτίας συγκεκριμένων περιστατικών. Aυτά ήταν η απόπειρα κατά της ζωής του Βενιζέλου αμέσως μετά την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών, τα έκτροπα που ακολούθησαν στην Αθήνα με αποκορύφωμα την δολοφονία του Ίωνος Δραγούμη, και μερικές εβδομάδες αργότερα, τον θάνατο  από ατύχημα του βασιλιά Αλέξανδρου. Ένα γεγονός που έθεσε επιτακτικά την αποκατάσταση της «νομιμότητας», δηλαδή την επιστροφή στο θρόνο του εξόριστου Κωνσταντίνου, ο οποίος σύμφωνα με τους οπαδούς του εγκατέλειψε προσωρινά το θρόνο.

Κατά την διάρκεια της προεκλογικής περιόδου, από ένα μέρος της φιλοβασιλικής «Ηνωμένης Αντιπολίτευσης», εκδηλώθηκε ανοικτά ένας αντιμικρασιατικός ανθελληνισμός.  Αποτυπώθηκε μεταξύ άλλων και με περιστατικά όπως το  ξέσκισμα χαρτών της «Μεγάλης Ελλάδας», ακόμα και μέσα στη Βουλή. Αποκορύφωμα της όλης προβληματικής κατάστασης ήταν οι Έλληνες Κομμουνιστές, όπως  και οι Μουσουλμάνοι στην βόρεια Ελλάδα και τα νησιά, να ψηφίσουν το συνασπισμό των βασιλικών, και όχι τον Βενιζέλο, προκειμένου να «τερματιστεί»  ο πόλεμος και η Ελλάδα να φύγει από την Μικρά Ασία, όπως υπόσχονταν οι βασιλικοί.

Μέχρι τις εκλογές του Νοεμβρίου του 1920  είχαν όμως μεσολαβήσει πολλά, τα οποία κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει όταν η Ελλάδα ενάμιση περίπου χρόνο προηγουμένως, αποβίβαζε δυνάμεις στη Σμύρνη. Η   έκβαση του Α΄ Παγκοσμίου  Πολέμου βρήκε τη χώρα   στην καλύτερη δυνατή θέση και ο Βενιζέλος ήταν πλήρως δικαιωμένος. Όντας  με το μέρος των νικητών, όχι μόνο έμεινε αλώβητη, αλλά ετοιμαζόταν να καρπωθεί μεγάλες εδαφικές προσαρτήσεις, μιας και οι μεγάλοι της αντίπαλοι – η  Οθωμανική Αυτοκρατορία και κατά δεύτερον λόγο η Βουλγαρία –  ανήκαν στους ηττημένους. Η Μεγάλη Ιδέα εισερχόταν στην πλέον ευνοϊκή της συγκυρία από ιδρύσεως του κράτους.

3.Από το όνειρο στην μεγαλύτερη καταστροφή

Ο Βενιζέλος στο  Συνέδριο της Ειρήνης, αρχικά, μπορεί να έθεσε ως διεκδικήσεις της χώρας, εκτός από την Δυτική Μίκρα Ασία, σε μια γραμμή από τη Πάνορμο μέχρι τις ακτές απέναντι από το Καστελλόριζο, την Βόρεια Ήπειρο, την Θράκη και τα Δωδεκάνησα. Ήταν όμως ολοφάνερο ότι το βλέμμα του ήταν σταθερά στραμμένο προς την Ιωνία. Είναι επίσης  φανερό  πως εκείνες τις ώρες δεν τον απασχόλησαν οι στρατηγικές εκείνες αδυναμίες του εγχειρήματος, όπως αυτές είχαν διατυπωθεί  λίγα χρόνια προηγουμένως από τον Ιωάννη Μεταξά. Αλλά και γιατί να τον απασχολούσαν μπροστά σε μια τέτοια μοναδική ευκαιρία; Τι θα μπορούσε να πάει λάθος;

Οι Σύμμαχοι ετοιμάζονταν να διαλύσουν την Οθωμανική Αυτοκρατορία εις τα εξ ων συνετέθη. Το κράτος που θα δημιουργείτο για να στεγάσει τους Τούρκους θα ήταν  μικρό εδαφικά και πληθυσμιακά, κάπου στο κέντρο της Μικράς Ασίας. Θα γινόταν δηλαδή, περίπου ότι και με την αυτοκρατορία των Αψβούργων. Κανείς δεν ήταν σε θέση να υπολογίσει το τι θα ακολουθούσε, και μάλιστα την συνολική σχεδόν ανατροπή αυτού που θα υπογραφόταν τον Αύγουστο του 1920, τη Συνθήκη των Σεβρών.

Στις συνομιλίες του Συνεδρίου των Παρισίων – ξεκίνησαν στα μέσα Ιανουάριου του 1919 – φάνηκε γρήγορα  ότι η συνομολόγηση της εν λόγω  Συνθήκης δεν θα ήταν εύκολη υπόθεση. Οι ενδιαφερόμενοι – Άγγλοι, Γάλλοι, Ιταλοί – άρχισαν να υποβλέπουν καχύποπτα το τι θα εγκολπωνόταν ο «άλλος». Στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολή τα συμφέροντα ήταν πολλά και φυσικά αλληλοσυγκρουόμενα, παρ’ όλο ότι η Γερμανία και η Σοβιετική Ένωση είχαν αποκλεισθεί από την περιοχή. Αφορούσαν πρώτιστα Άγγλους και Γάλλους, αλλά και νέους αναδυόμενους τοπικούς παίκτες.

Δεν είχε υπερισχύσει καθολικά η Βρετανία, ώστε η ευρύτερη περιοχή, ως δική της  σφαίρα επιρροής,  να είχε «δικαιωματικά»  τον πρώτο λόγο για το τι δέον γενέσθαι. Ότι δηλαδή, τηρουμένων των αναλογιών, συνέβηκε με τη Γαλλία σε σχέση με την  ηττημένη Γερμανία. Μια πλήρης βρετανική επικράτηση στη Μέση Ανατολή θα είχε πολύ πιθανόν διαφορετικά αποτελέσματα για τον Ελληνισμό. Έτσι τελικά αναδύθηκε πολύ  γρήγορα ένας σιωπηλός ενδοσυμμαχικός ανταγωνισμός, ο οποίος προϊόντος του χρόνου αυξανόταν για να φτάσει στο αποκορύφωμα του  με την Συμμαχία των Γάλλων και του Κεμάλ τον Νοέμβριο του 1921.

Πριν όμως από  την γαλλο-κεμαλική συμφωνία και ειρήνευση υπήρξε και η  ανάμειξη του Λένιν και των μπολσεβίκων, τον Μάρτιο του 1921, ο  οποίος ήταν ο  πρώτος όσο και ο πιο  γενναιόδωρος  αρωγός του Κεμάλ, σε χρήματα και στρατιωτικό υλικό. Μια εξέλιξη η οποία ήταν επίσης αδιανόητη τον Μάιο  του 1919 όταν η Ελλάδα αποβίβαζε στρατεύματα στην Σμύρνη. Να σημειωθεί ότι και οι Γάλλοι υποχωρώντας από την Κιλικία, ωφέλησαν διπλά τον Κεμάλ, μιας και ο τελευταίος μπορούσε να εξοικονομήσει δυνάμεις και να τις στρέψει εναντίων των Ελλήνων στα δυτικά, ενώ του παρέδωσαν και πλούσιο πολεμικό υλικό.

Θύμα του εξελισσόμενου ενδοσυμμαχικού ανταγωνισμού υπήρξε και η ίδια η «εντολή» στην Ελλάδα να αποβιβάσει στρατεύματα και να αναλάβει την διοίκηση της περιοχής της Σμύρνης. Αυτό έγινε απρογραμμάτιστα, «κρυφά» από τους Ιταλούς που επίσης τους ενδιέφερε η περιοχή, παρ’ όλο ότι σε  αυτή δεν είχαν κανένα πληθυσμιακό έρεισμα. Η «εντολή» δεν περιείχε  ξεκάθαρους όρους ως προς την ελληνική δικαιοδοσία.  Λίγο μετά την μεταφορά τους στην Σμύρνη οι ελληνικές δυνάμεις, ξεκίνησαν γρήγορα να επιχειρούν σε μικρές και μεγάλες αποστάσεις, προκειμένου να προστατέψουν το ελληνικό στοιχείο εις βάρος του οποίου είχαν ξεκινήσει διώξεις και λεηλασίες από άτακτα και όχι μόνο σώματα.

Θύμα όμως, και αυτό ήταν το πραγματικά ζημιογόνο, ήταν οι απαγορεύσεις στο ελληνικό στρατό να δράσει ελεύθερα, αρχικά ακόμα και μέσα στην ίδια τη ζώνη η οποία προβλεπόταν να επιδικαστεί στην Ελλάδα. Και αυτό αφού η τελευταία εκλαμβανόταν ως το «μακρύ χέρι» της Μεγάλης Βρετανίας. Παρά τα επίμονα αιτήματα από ελληνικής πλευράς, τον Μάρτιο του 1920 επιτράπηκε στις ελληνικές δυνάμεις να καταδιώκουν τον εχθρό εκτός της ζώνης της Σμύρνης, αλλά μόνο σε έκταση όχι πέραν των τριών χιλιομέτρων, και μετά το πέρας της επιχείρησης να επανέρχονται εντός της ζώνης. Επρόκειτο για  δώρο άδωρο. Έτσι η  Ελλάδα στερήθηκε την ελευθερία να δράσει γρήγορα και κατασταλτικά κατά του υπό ανάδυση κεμελικού κινήματος, το οποίο ενδεχομένως να εξουδετέρωνε εν τη γενέσει του. Όσο περνούσε ο χρόνος το πρόβλημα γινόταν οξύτερο, αφού ο εχθρός οργανωνόταν και  αύξανε τη δύναμη του,  αυξάνοντας παράλληλα τους κινδύνους και  τα κτυπήματα στους εκτός της ζώνης της Σμύρνης Χριστιανούς.

Τελικά επιτράπηκε η ελευθερία κινήσεων  τον Ιούνιο του 1920, όταν οι λιγοστές βρετανικές δυνάμεις στα Στενά δέχθηκαν επίθεση και ο Βρετανός πρωθυπουργός ζήτησε τη βοήθεια του Βενιζέλου. Διαφορετικά ήταν άγνωστο το τι θα συνέβαινε. Είναι πιθανόν οι Τούρκοι να έπαιρνα εκείνοι  την πρωτοβουλία και να επιτεθούν οργανωμένα κατά του ελληνικού στρατού. Η αίτηση βοήθειας από τους Άγγλους σήμανε και την αποδέσμευση  της Στρατιάς της Μικράς Ασίας να δράσει με πλήρη ελευθερία κινήσεων για την πλήρη καθυπόταξη του Κεμάλ.

Οι ελληνικές δυνάμεις, οι οποίες ήταν ήδη έτοιμες από τους προηγούμενους μήνες όταν ο Βενιζέλος ζητούσε την άδεια για επίθεση, προέλασαν γρήγορα βόρεια και βορειανατολικά, με μικρές μόνο απώλειες. Το αποτέλεσμα ήταν το  υπό ελληνική κατοχή έδαφος στη Μικρά Ασία να τριπλασιαστεί. Με τη σύμφωνο γνώμη των Συμμάχων, η Ελλάδα κατέλαβε σχεδόν χωρίς αντίσταση και την Ανατολική Θράκη, φτάνοντας λίγο έξω από την Κωνσταντινούπολή. Παρά το νικηφόρο όμως χαρακτήρα των επιχειρήσεων η καθυπόταξη του Κεμάλ  δεν επετεύχθη.  Όπως δεν επετεύχθη ούτε στις επόμενες επιχειρήσεις, υπό την εξουσία των βασιλικών.

Συγκεκριμένα η επίθεση την Άνοιξη του 1921 απέτυχε, ενώ η μεγάλη επίθεση του Καλοκαιριού του ιδίου έτους, παρά το νικηφόρο της χαρακτήρα, δεν κατάφερε να καταστρέψει τον κύριο όγκο των κεμαλικών δυνάμεων. Ο Κεμάλ εκμεταλλευόμενος το εδαφικό βάθος της Μικράς Ασίας αποσυρόταν εγκαίρως ανατολικότερα διασώζοντας το μεγάλο μέρος των δυνάμεων του.

Η αντιπαράθεση των Συμμάχων, ειδικά μετά την απομάκρυνση του Κλεμανσώ, εκ των πραγμάτων ατονούσε τη βούληση τους να επιβάλλουν τα σχεδιαζόμενα – και από τον Αύγουστο του 1920 –  τα προβλεπόμενα από τη Συνθήκη των Σεβρών.  Η Συνθήκη υπονομευόταν πολύ  πριν καν υπογραφεί. Δεν ήταν  τυχαίο που υπογράφηκε τελευταία από όσες «σφράγισαν»  το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου – συνθήκες Βερσαλλιών, Αγίου Γερμανού, Νεϊγύ και Τριανόν. Ούτε ότι ήταν και η πρώτη που αντικαταστάθηκε μόλις δυόμιση περίπου χρόνια μετά, από τη Συνθήκη της Λοζάνης. Η  οποία, κατά ιστορική ειρωνεία, είναι και  η μόνη από εκείνες τις Συνθήκες που εξακολουθεί και  υφίσταται μέχρι σήμερα.

To χάσιμο της εξουσίας από τον Βενιζέλο στις διαβόητες εκλογές του Νοεμβρίου 1920 αποτελεί άλλο ένα κομβικό σημείο, μειωτικό της ελληνικής ισχύος στον διαγραφόμενο ελληνικό εγκλωβισμό. Με την ανάληψη της εξουσίας οι βασιλικοί ζήτησαν αμέσως διαπραγματεύσεις με τους Τούρκους για ειρηνικό διακανονισμό του «ζητήματος». Και αυτό όχι τόσο  επειδή είχαν υποσχεθεί προεκλογικά «την επιστροφή των παιδιών μας πίσω», όσο της συνειδητοποίησης ότι η νίκη επί του Κεμάλ δεν ήταν πλέον καθόλου εύκολη υπόθεση. Στην προσπάθεια ειρήνευσης που ακολούθησε στο Λονδίνο, αρχές του 1921, οι Τούρκοι ούτε λίγο ούτε πολύ ζήτησαν  την πλήρη απόσυρση της Ελλάδας από την Μικρά Ασία. Η αποτυχία των διαπραγματευτικών προσπαθειών οδήγησε την ελληνική πλευρά σε νέες πολεμικές επιχειρήσεις την Άνοιξη όπως αναφέρθηκε, οι οποίες κακοσχεδιασμένες και πρόχειρες απέτυχαν.

Το Καλοκαίρι επαναλήφθηκαν, καλύτερα προετοιμασμένες και ενώ  στο μεταξύ είχαν καταταγεί και άλλες κλάσεις. Οι  επιχειρήσεις αυτές ήσαν οι  μεγαλύτερες από ελληνικής πλευράς κατά την διάρκεια του πολέμου. Απέφεραν  σημαντικά πλήγματα κατά του εχθρού και πέτυχαν την κατάληψη  των σημαντικών  στρατηγικά πόλεων Εσκή Σεχίρ,  Κιουτάχειας και  Αφιόν Καραχισάρ. Πλην όμως ο Κεμάλ και μεγάλο μέρος του στρατού του διέφυγε της καταστροφής και υποχώρησε προς την Άγκυρα, οργανώνοντας νέες γραμμές άμυνας.

Η ελληνική ηγεσία βρέθηκε μπροστά στο μεγάλο δίλλημα: να συνεχίσει την προέλαση προς την πρωτεύουσα του εχθρού, προκειμένου να επιχειρήσει  το τελικό κτύπημα ή όχι. Ως γνωστό αποφασίστηκε η συνέχιση της εκστρατεία προς την Άγκυρα, ως της ύστατης προσπάθειας να ηττηθεί ο Κεμάλ.  Το πλήγμα από την αποτυχία της  ήταν μεγάλο, τόσο σε απώλειες όσο και από άποψη ηθικού.

Η τύχη της  εκστρατείας όμως δεν ήταν προδιαγεγραμμένη. Ασφαλώς δεν ήταν εύκολη αλλά ούτε ανέφικτη η επιτυχία της. Η αποτυχία της όμως σφράγισε πλέον την εξάντληση της ελληνικής πλευράς, η οποία  δεν ήταν μόνο στρατιωτική, αλλά διπλωματική, οικονομική, ηθική. Αν ήταν μόνο στρατιωτική, και αν οφειλόταν στην αποτυχία της εν λόγω  εκστρατείας, θα μπορούσε να αποκατασταθεί αφού για ένα ολόκληρο χρόνο στην συνέχεια, μέχρι τον Αύγουστο του ’22, δεν υπήρξαν εχθροπραξίες. Το χρονικό αυτό περιθώριο επέτρεπε στις ελληνικές δυνάμεις να «αναρρώσουν».

Πλην όμως ο Κεμάλ δεν μπορούσε πλέον ηττηθεί  από τις ελληνικές δυνάμεις και μόνο. Έτσι είχαμε ένα στρατό από τον οποίο είχε διαγραφεί η προοπτική της νίκης. Μετά και από τις επιχειρήσεις του Καλοκαιριού του 1921 το κατεχόμενο έδαφος είχε πενταπλασιαστεί. Η επιτήρηση του, οι συγκοινωνίες, ο εφοδιασμός έγιναν πολύ πιο δύσκολα. Η μόνη πολιτική λύση που μπορούσε να υλοποιηθεί ήταν η πλήρης αναδίπλωση και αποχώρηση από την Μικρασία. Ήταν και το μόνο που δεχόταν ο Κεμάλ, με ότι αυτό θα συνεπαγόταν για τους γηγενής Έλληνες, είτε άμεσα είτε μακροπρόθεσμα.

Η ελληνική πλευρά για ένα ολόκληρο χρόνο, από τον Αύγουστο του ’21 μέχρι τον μοιραίο  του ’22, βρισκόταν παραλυμένη. Δεν ήταν σε θέση να αναλάβει  κανενός είδους  πρωτοβουλία, ενώ ήδη, εδώ και καιρό δεν είχε να περιμένει τίποτα από τους Συμμάχους. Οι τελευταίοι, ανάμεσα τους και η Βρετανία πλέον, προέκριναν την αποχώρηση της.

Παρ’ όλα αυτά υπήρχε μια και μοναδική επιλογή, δύσκολη αλλά ρεαλιστική. Οι ελληνικές δυνάμεις να συμπτύσσονταν  στην ζώνη της Σμύρνης, στο έδαφος δηλαδή που επιδικάστηκε στην Ελλάδα από τη Συνθήκη των Σεβρών. Το γεγονός ότι σε αυτή την επιλογή  συμφωνούσε τόσο ο Βενιζέλος όσο και ο Μεταξάς είναι ενδεικτικό. Πλην όμως και οι δύο ήταν στο περιθώριο. Κάτι τέτοιο απαιτούσε τόλμη και αυτοπεποίθηση τα οποία απουσίαζαν. Η προοπτική  αυτή θα ανακούφιζε  πολλαπλά  την ελληνική πλευρά, και οπωσδήποτε η άμυνα απέναντι στους Τούρκους θα ήταν πολύ πιο ισχυρή. Μια τέτοια εξέλιξη θα λειτουργούσε συσπειρωτικά  και εμψυχωτικά για όλο το έθνος, αφού το στοίχημα να κρατηθεί η περιοχή θα έμενε ανοικτό. Το μεγάλο μειονέκτημα ήταν ότι ο υπόλοιπος μικρασιατικός Ελληνισμός θα χανόταν είτε δια σφαγών είτε δια προσφυγοποίησης.

Αν θέλαμε να απαριθμήσουμε  συνοπτικά τα λάθη των βασιλικών από την στιγμή που ανέλαβαν την εξουσία και μετά, και τα οποία έγιναν εν γνώση τους θα προκαλούσαν ζημία, σίγουρα ένα από αυτά ήταν επαναφορά του βασιλιά του Κωνσταντίνου. Mια επαναφορά η οποία έδωσε την ευκαιρία στους Γάλλους να ταχθούν ανοικτά πλέον εναντίον της Συνθήκης των Σεβρών και να ζητούν την αναθεώρηση της. Ενός  Κωνσταντίνου, κατά τα άλλα ασθενούντος, και  ο οποίος δεν είχε κανένα ρόλο να παίξει πλέον, παρά μόνο να εξυπηρετήσει την  μικροπολιτική των κυβερνώντων.

Το σημαντικότερο όμως ήταν η αποστράτευση ή ο παροπλισμός εκατοντάδων ανώτερων και ανώτατων  αξιωματικών ως «βενιζελικών», ικανών και εμπειροπόλεμων. Την θέση τους πήραν σωρεία απόστρατων, ανάμεσα τους και αποδεδειγμένα ανίκανων ή ακατάλληλων. Το κορυφαίο όσο και τραγικό παράδειγμα αποτέλεσε ο τελευταίος αρχηγός της Στρατιάς της Μικρας Ασίας, ο  Γεώργιος Χατζηανέστης. Ασφαλώς οι διχογνωμίες και οι διαφορές στο εσωτερικό του φιλοβασιλικου συνασπισμού έπαιξαν το δικό τους ρόλο, όσο και η μη πρόσκληση του Βενιζέλου να βοηθήσει διπλωματικά.

Σήμερα μπορούμε να πούμε με σχετική ασφάλεια ότι για να μπορούσε η Ελλάδα και ο Ελληνισμός να επιβιώσουν στην Μικρά Ασία θα έπρεπε η Συνθήκη των Σεβρών να είχε εφαρμοστεί στην ολότητα της, σε ολόκληρη την τουρκική χερσόνησο. Το κράτος της Αρμενίας δηλαδή να επιβίωνε στα σύνορα που του καθόρισαν, οι κουρδικές περιοχές να αυτονομούνταν, επιπλέον οι Γάλλοι να κρατούσαν τα «κεκτημένα» τους στην Κυλικία και οι «ζώνες επιρροής» των Συμμάχων να λειτουργούσαν. Μακροπρόθεσμα κανείς δεν θα μπορούσε να προβλέψει τις εξελίξεις. Σίγουρα  οι «ζώνες επιρροής»  ήταν πολύ δύσκολο επιβιώσουν, το αργότερο θα διαρκούσαν  μέχρι το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου  Πολέμου οπόταν και θα καταργούνταν, όπως οι «εντολές» της Βρετανίας για το Ιράκ και τη Παλαιστίνη, και της Γαλλίας για την Συρία και τον Λίβανο κ.ά.

H  θέση ότι ο μικρασιατικός Ελληνισμός μπορούσε να επιβιώσει βάση διεθνών συμφωνιών που θα τον προστάτευαν, διατηρώντας την ταυτότητα και τη φυσιογνωμία του, ως μια έκφανση «κοινοτισμού», είναι ταυτόχρονα ουτοπική όσο και ιστορικά αφελής. Oι διώξεις του είχαν αρχίσει μια δεκαετία προηγουμένως και τίποτα δεν φαινόταν ότι θα μπορούσε να τις σταματήσει. Αν όταν διατύπωσε αυτή τη θέση  ο Ιώνας Δραγούμης, κάτω από την πίεση μεγάλων γεγονότων, και πριν ακόμα διαλυθούν οριστικά οι πολυεθνικές αυτοκρατορίες, μπορούσε να έχει μια βάση, τι βάση μπορεί να έχει σήμερα που ακόμα εκφέρεται;

Αν ο Δραγούμης είχε κατά νου το επίπεδο προστασίας και δικαιωμάτων που απολάμβαναν οι λαοί στην Αυστροουγγρική αυτοκρατορία, μπορούσε να υποθέσει ότι, έστω και δύσκολα, ήταν εφικτό το ίδιο επίπεδο να επιβληθεί και στην Οθωμανική Τουρκία. Η τελευταία όμως είχε ήδη πάρει ένα άλλο δρόμο,  είχε ήδη διαπράξει μια πρωτοφανή γενοκτονία. Πόσο μάλλον στην πορεία με το  τουρκικό κράτος που εξελίχθηκε όπως εξελίχθηκε, βασισμένο στη καταπίεση και τις διώξεις. Διεθνείς συμφωνίες και συμβάσεις δεν προστάτεψαν τον Ελληνισμό της Κωνσταντινούπολής, της Ίμβρου και Τενέδου, γιατί θα προστάτευαν το μικρασιατικό Ελληνισμό;

Οι επιλογές ήταν δύο, κρίσιμες όσο και με ρίσκο: ή  η Ελλάδα θα έπαιρνε την ευκαιρία και θα πήγαινε στην Μικρά Ασία, με απότερω στόχο να ενσωματώσει όσο μπορούσε περισσότερο έδαφος. Ή θα άφηνε τον Ελληνισμό στην τύχη του πιέζοντας διπλωμματικά για την προστασία του. Εκ του αποτελέσματος, σήμερα όλοι μπορούμε να πούμε ότι ήταν καλύτερα  να μην πάει. Σε αυτήν την περίπτωση τουλάχιστον τα πράγματα θα έπαιρναν τον δρόμο τους πιο «ομαλά» και λιγότερο αναίμακτα: αυτόν της προσφυγοποίησης.

*Ιστορικός, μέλος Κ.Ε. ΕΔΕΚ

Πηγή: Απόψεις

12 σχόλια:

  1. Κατ΄αρχάς συγχαρητήρια στον συγγραφέα για το άρθρο. Είναι αρκετά δύσκολο να γράψεις κάτι ισορροπημένο για ένα τόσο δύσκολο ζήτημα. Μερικές παρατηρήσεις:
    1. Το 1918 η Ελλάδα δεν έβγαινε αλώβητη από τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο. Η Ελλάδα ήταν διχασμένη σε σημείο όταν έφτασε η είδηση της απόβασης στη Σμύρνη, οι αντιβενιζελικοί να πενθούν (Φίλιππος Δραγούμης, απομνημονεύματα). Ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού ιδιαίτερα στα αστικά κέντρα βασανιζόταν από υποσιτισμό ακόμα και μέχρι το τέλος του 1918. Επίσης τα οικονομικά μεγάθη της Χώρας ήταν καταβαραθρωμένα.
    2. Οι Σύμμαχοι είχαν ως σχέδιο τον διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Είχαν όμως διαθέσιμα στρατεύματα για να το πράξουν; Σαφώς και όχι. Ούτε καν συμφωνούσαν μεταξύ τους στη διανομή ήδη από το 1918. Στις χώρες τους υπήρχε ένα τιτάνιο αντιπολεμικό κλίμα που οδήγησε στην εκλογική ήττα όλους τους ηγέτες του Α΄παγκοσμίου πολέμου.
    3. Η γιγάντωση του εθνικιστικού αισθήματος των Τούρκων επήλθε με την αποβίβαση του Ελληνικού στρατού στην Σμύρνη. Οι οθωμανοί ως τότε αντιμετώπιζαν με εφεκτικότητα τα ελάχιστα Συμμαχικά στρατεύματα που είχαν αναπτυχθεί στην περιοχή. Η Ελληνική παρουσία αποδυνάμωσε τον Σουλτάνο και ενδυνάμωσε τον Κεμάλ, κάτι που είναι καταγεγραμμένο στα τηλεγραφήματα όλων των στρατιωτικών των Συμμάχων στην περιοχή.
    4. Αναμφίβολα η ήττα Βενιζέλου αποτέλεσε σημείο καμπής στην εκστρατεία και αρνητική εξέλιξη για την Ελλάδα. Είναι πάντως επίσης αναμφίβολο ότι η Γαλλία είχε αλλάξει πολιτική στην περιοχή ήδη από τις αρχές του 1920 και βρισκόταν σε διαπραγματεύσεις με τον Κεμάλ ήδη από τότε.
    5.Οι βενιζελικοί αξιωματικοί δεν απομακρύνθηκαν στο σύνολο τους. Απομακρύνθηκαν γύρω στους 400 αξιωματικούς εκ των οποίων 40 εγκατέλειψαν τις μονάδες τους και αυτομόλησαν στην Κωνσταντινούπολη από όπου έκαναν το παν για να βλάψουν τον Ελληνικό στρατό. Οι περισσότεροι εξ αυτών των αξιωματικών (Ζέρβας, Ντερτιλής, Σπανόπουλος, Κατσώτας, Κονδύλης κτλ) πρωταγωνίστησαν στα στρατιωτικά κινήματα του Μεσοπολέμου που καταβαράθρωσαν την πολιτική ζωή της χώρας. Ομοίως έπραξαν και πολλοί από όσους απομακρύνθηκαν από την στρατιά ( Πάγκαλος, Τσερούλης, Οθωναίος, Σαράφης, Βουτσινάς κτλ). Θέλω να πω δηλαδή ότι ίσως όσοι απομακρύνθηκαν να ήταν όντως άξιοι αλλά ταυτόχρονα ήταν και πραιτωριανοί των βενιζελικών και αυτό δεν επιδέχεται αμφισβήτησης.

    Θα μείνω σε αυτά. Σε κάθε περίπτωση αξίζουν συγχαρητήρια στον συγγραφέα και οι παρατηρήσεις μου δεν αλλάζουν την θετική μου άποψη για το άρθρο του. Συγχαρητήρια και στον κ. Καλεντερίδη για την παρουσίαση τέτοιων άρθρων στο έγκριτο ιστολόγιο του.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Στην Ιστορία κυριαρχεί ο νόμος της αιτιότητας: Ο γέγονε, γέγονε. Επομένως δεν μπορούμε να κάνουμε προβολή του παρόντος στο παρελθόν. Κοινώς δεν μπορούμε να μιλάμε με υποθέσεις τύπου αν... και αν...
    Μπορούμε να κάνουμε μόνο διαπιστώσεις. Εκ των οποίων η κυριώτερη θα έλεγα ότι έγκειται στον εμφύλιο πόλεμο, αυτό που κομψά η κυρίαρχη ιστοριογραφία, ονόμασε διχασμό.
    Από αυτό τον πόλεμο νικητής βγήκε, αυτός που τον ΠΡΟΚΑΛΕΣΕ. Ο φαύλος ακροδεξιός βασιλικός παλαιοκομματισμός, που είχε ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΜΟΝΗ ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑ την διαιώνιση της ύπαρξης του, που απειλούσε η άνοδος της εγχώριας Αστικής τάξης και τα εθνικά συμφέροντα ήταν γι αυτόν ΤΕΤΑΡΤΕΥΟΥΣΑΣ σημασίας. Το όραμα του μικροελλαδισμού άρχιζε και τέλειωνε στην διαιώνιση της βασιλικής κυριαρχίας και μόνο, όπως εκφράστηκε με την φράση γνωστού παλατιανού σαλτιμπάγκου της εποχής (σε ελεύθερη απόδοση) ότι "Ημείς δεν θέλομεν την Μεγάλη Ελλάδα. Ημείς θέλομεν να ανεβαίνει ο Βασιλεύς εις τον Λυκαβηττόν και να βλέπει τα σύνορα της επικράτειας του".
    Υπάρχουν ακόμα απορίες;;;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αναιμικό και με κομματική προκατάληψη και πρόσημο το σχόλιο σου. Βελτίωσε με επιχειρήματα τα σχόλια σου...

      Διαγραφή
  3. Είναι αξιοπρόσεκτο πως η ιστορικοί ασχολούντε με τους εκάστοτε σαλτιμπάγκους και στρέφουν την προσοχή του κόσμου σε αυτούς,και όχι στα παγκόσμια κέντρα και τους σχεδιασμούς τους και στους εγχώριους σφογγοκωλάριους κοινά πράκτορες και ρουφιάνους τους οι οποίοι γίνονται εθνάρχες,αεροδρόμια,πλατείες,εκπομπές στην τηλεόραση,βιβλία,προτομές,και αποκτούν ενα στρατό από πρόθυμους που τους λιβανίζουν και τους μνημονεύουν σε κάθε ευκαιρία αναφερόμενοι σε... κάποιους... σαλτιμπάγκους.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Κριμα που δεν πολεμησαν οι παμπλουτοι μικρασιατες μονο περιμεναν απο την φτωχη Ελλαδα να τους ελευθερωσει αν ειχαν φτιαξει ενα μικρασιατικο στρατο τα πραγματα θα ηταν διαφορετικα, εφυγαν τρεχοντας σαν ελληνοφωνοι και δεν εκατσαν να πολεμησουν σαν Ελληνες

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Μόλις πριν από 3 μέρες, σπουδαίος επιχειρηματικός παράγοντας εκ Τουρκίας (Ελληνικής Καταγωγής) εμφανίστηκε στο Λονδίνο φέρνοντας στο πέτο του φωτογραφία του Κεμάλ Ατατούρκ. Οι επιχειρηματικές βίζες για τούρκους δίνουν και παίρνουν στο ΗΒ, έχουν την τιμητική τους αυτήν την περίοδο, προκρίνοντας σε κάποια φάση το τελείωμα του Ερντογάν.

    Στο θέμα μας τώρα, ο διχασμός σε τέτοιες στιγμές αποτελεί προδοσία, όπως αποτελεί και η στάση και του Ελληνικής καταγωγής τούρκου επιχειρηματία που τιμάει τον Κεμάλ.

    Το άρθρο είναι καταπληκτικό, με εξαίρεση την τελευταία παράγραφο. Η προδοσία και ο διχασμός αποτελούν την ιστορική μας συνέχεια. Το ότι τιμήσαμε όμως αυτήν την ευκαιρία - κι ας το πληρώσαμε ακριβά - αποτελεί επίσης Ελληνικό χαρακτηριστικό που μας τιμάει ιστορικά. Δεν μας τιμάει το ότι είμασταν διχασμένοι - τουλάχιστον - κατά την διαδικασία.

    Αυτή η ήτα, αυτή η καταστροφή είναι η μαγιά για ένα νέο Αλέξανδρο, για ένα νέο Κολοκοτρώνη που είναι θέμα χρόνου η ιστορία να αναδείξει κατά αντιπαράθεση των εγχώριων συριζοκεμαλικών και εκχωρητών της Μακεδόνιας Μας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Καλησπέρα και συγχαρητήρια για την φιλοξενία ενός τόσο σημαντικού θέματος που δεν έχει συζητηθεί επαρκώς .
    Πρώτον : Ο Ελληνισμός είναι σε συρρίκνωση και υφίσταται γενοκτονία προσχεδιασμένη από τον 5ο αιώνα , σχηματικά από 476 μ.χ και αρχή του Μεσαίωνα στην Δύση και από το 638 μ.χ .και 641 μ.χ (κατάληψη Αντιόχειας και Αλεξάνδρειας από τους Άραβες εισβολείς )στην Ανατολή .
    Ο Ελληνισμός στην ουσία ταυτίζεται με την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (Ρωμανία) η οποία ένωσε τον Ελληνικό κόσμο και δεν τον κατέκτησε όπως έχει επιβάλλει η Δυτική Ιστοριογραφία . Οι Ρωμαίοι ήταν Έλληνες και η Ρώμη Ελληνική Πόλη .
    Σχετικά τεκμηριωμένα ιστορικά στοιχεία για την ελληνικότητα της Ρώμης :http://oodegr.com/neopaganismos/romi/ellin_katag.1.htm
    http://oodegr.com/neopaganismos/ellinikotita/rwmi1.htm
    ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΩΜΑΝΙΔΗΣ - Ο ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ 1927-2001 : ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ - ΡΩΜΑΝΙΑ - ΡΟΥΜΕΛΗhttp://img.pathfinder.gr/clubs/files/63099/1.pdf
    Επομένως η εισβολή των Τούρκων στην Μικρά Ασία Μας τον 11ο αιώνα συμβολικά από το 1071 μ.χ . και η σταδιακή υποδούλωση ολόκληρης της Μικράς Ασίας μας μέχρι το 1460 μ.χ (κατάληψη Τραπεζούντας ) , οι εξισλαμισμοί και σφαγές των ελληνικών πληθυσμών είναι συνέχεια της Μεσανατολικής καταστροφής του 7ου αιώνα και των συνεχών και αδιάλειπτων επιδρομών των Αράβων στην Μ.Ασία από το 717 μ.χ (Η Δεύτερη πολιορκία της Κων/λης από τους Άραβες το 717-718) . Και αποτελούν πολλές Μικρασιατικές καταστροφές .
    Και αντίστοιχα το σχίσμα το 1054 μ.χ , οι Σταυροφορίες , η κατάληψη της υπερχιλιετούς πρωτεύουσας μας Κων/πολης το 1204 μ.χ. και η αποικιοποίηση - υποδούλωση του Ελληνικού κόσμου από τους Φράγκους - Βενετούς είναι η συνέχεια της κατάλυσης του Δυτικής Ρωμανίας μας τον 5ο αιώνα από τους Φράγκους Εισβολείς .
    Μέσα από αυτό το πρίσμα πρέπει να δούμε την ίδρυση του Ελληνικού προτεκτοράτου το 1830 μ.χ και του Κυπριακού προτεκτοράτου το 1960 μ.χ. από τις μεγάλες δυνάμεις που είχε σαν στόχο την Μικρή Ελλάδα και την μη ανασύσταση της Ρωμανίας μας .
    Προσωρινά το επέτυχαν με τα τεράστια δικά μας λάθη και παραλείψεις σε όλη την διάρκεια των δύο αιώνων . Το 1919- 1922 μας δόθηκε μια ευκαιρία που παρουσιάζεται στα 500 χρόνια να απελευθερώσουμε την Ανατ.Θράκη και την Δυτική Μικρά Ασία (απελευθερώθηκαν για τρία χρόνια ) , την Κων/πολη και ίσως και τον Πόντο .Σχετικά http://www.resaltomag.gr/forum/viewtopic.php?t=9845 https://kars1918.wordpress.com/2009/10/18/18-10-200/
    Αν είχαμε επιτύχει θα είχαμε γυρίσει περίπου στο 1261 μ.χ . (απελευθέρωσης της Κων/πολης από τους Λατίνους επί Μιχαήλ Παλαιολόγου ) .
    Ο αγώνας όμως δεν θα τελείωνε εκεί . Έπρεπε να συνεχίσουμε τον αγώνα για την καθολική απελευθέρωση και να διώξουμε τους Τούρκους εισβολείς κατακτητές - παράνομους εποίκους τελείως από την Μ.Ασία και να ανατρέψουμε τα τετελεσμένα της Γενοκτονίας που συντελείται στην Μ.Ασία εδώ και χίλια χρόνια .
    Και αντίστοιχα στην Δύση να καλλιεργήσουμε τις σχέσεις μας με την Δυτική Ρωμιοσύνη που συνεχίζει να υπάρχει στην Σικελία , Νότια Ιταλία , να αναστήσουμε τον Ελληνισμό που σιγοκαίει ακόμη και να τον ενσωματώσουμε μέχρι την Ρώμη μας .
    Σχετικά https://stefanosotiriou.wordpress.com/author/stefanosotiriou/
    ARE THE SICILIANS, CALABRIANS etc GREEKS?
    Δεν το επιτύχαμε και έχουμε αφήσουμε τους Τούρκους ανενόχλητους από το 1922 να διεξάγουν γενοκτονία στον Ελληνισμό της Πόλης , της Ίμβρου , Τενέδου , της Κύπρου και στους Φράγκους (Γερμανούς )οικονομική γενοκτονία στις ημέρες μας .
    Αλλά αυτό δεν είναι λόγος ή δικαιολογία να ολιγωρούμε , να αδιαφορούμε , να μένουμε παθητικοί διαφορετικά οδηγούμαστε με μαθηματική ακρίβεια στην τελευταία πράξη της Γενοκτονίας του Ελληνισμού από Δυτικούς και Ανατολικούς Δολοφόνους μας που θα είναι και η τελική (ιστορική έκλειψη) .
    Το αυτονόητο λοιπόν είναι η επιστροφή στο όραμα του Ρήγα Φεραίου όπως εκφράζεται ολοκληρωμένα από τον πνευματικό μας ποιμένα Ιωάννη Ρωμανίδη για ανασύσταση της Ρωμανίας μας στα ιστορικά όρια του Ελληνισμού - Μικρά Ασία μέχρι Αντιόχεια , Βαλκάνια μέχρι αρχαία Επίδαμνο (Δυρράχιο) , Σικελία , Νότια Ιταλία μέχρι Ρώμη και πρωτεύουσα την πόλη της Οικουμένης την Νέα Ρώμη Κων/πολη !

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ακρίτας, ποιο σωστή και ολοκληρωμένη ανάλυση είναι η δικη σου. Συγχαρητήρια, σαν να μου τα πείρες από το μυαλό μου

      Διαγραφή
  7. Αγαπητοί άγνωστοι φίλοι ευχαριστώ πολύ για τα επαινετικά σας λόγια και γενικά για το γεγονός ότι αφιερώσατε χρόνο να διαβάσετε το κείμενο μου και να καταγράψετε επιπρόσθετες πληροφορίες όσο και τις απόψεις σας. Με τα πλείστα συμφωνώ, με κάποια διαφωνώ, όπως η τοποθέτηση για τους Μικρασιάτες. Για το γεγονός "ότι δεν πολέμησαν", αν και δεν ισχύει πλήρως αφού αρκετοί κατετάγησαν στον Ελληνικό στρατό, οφείλετε στις μεταβενιζελικές κυβερνήσεις που δεν τους εμπιστεύονταν μιας και τους θεωρούσαν "σκληρούς βενιζελικούς". Ο εξοπλισμός τους εν δυνάμει θα ήταν "επικίνδυνος". Απακαλυπτικά είναι πάντα τα γραφέντα του Πρίγκηπα Ανδρέα προς τον Ι. Μεταξά: "Εδώ [στην Σμύρνη] επικρατεί άκρατος βενιζελισμός. Θα άξιζε σε αυτούς τους Ρωμιούς να τους αφήσουμε έρμαιο στη σπάθα του Κεμάλ".

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Ίσως η φοβερή αυτή ήττα να ήταν από την αρχή σχεδιασμένη να συμβεί και εμείς απλούστατα παγιδευτήκαμε. Πάντως με αυτήν τελειωσε ο κατακτητικός αγώνας που ξεκίνησε το 1071 από τους σελτζούκους. Σήμερα δε φάκτο η τουρκια είναι επιτιθέμενοι και εμείς δε φάκτο αμυνόμενοι, επειδή στη Ιωνία δεν έχουμε πληθυσμό δικό μας και επειδή στρατιωτικά δεν μπορούμε να επικρατήσουμε. Αλλα και εάν επικρατούσαμε στρατιωτικά θα μπλέκαμε μετά σε ένα διαρκή πόλεμο με τις διαφορες φυλές και εθνότητες που είναι οι σημερινοί κάτοικοι αυτής της περιοχής. Αν οι τούρκοι καταφέρουν να κυριαρχήσουν στο Αιγαίο θα γίνουν γεωστρατηγική υπερδύναμη, επειδή θα ελέγχουν μαζί με τα στενά του βοσπόρου, το αιγαίο και την κύπρο και ίσως αργότερα και μέρος της Κριτής, δηλαδή τον γεωστρατηγικό ομφαλό της γης

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Υφίσταται μετριασμός των σχολίων.